γυρεύω


γυρεύω
[гирэво] р. искать, просить, треоовать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γυρεύω" в других словарях:

  • γυρεύω — γυρεύω, γύρεψα βλ. πίν. 17 Σημειώσεις: γυρεύω : σε ορισμένα λεξικά αναφέρεται και παθητική φωνή, χωρίς αυτό να μπορεί να αιτιολογηθεί από τις έννοιες του ρήματος …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γυρεύω — και γυρεύγω (AM γυρεύω) [γυρός] διαγράφω κύκλο τρέχοντας μσν. νεοελλ. τριγυρίζω ψάχνοντας νεοελλ. 1. επιζητώ, αναζητώ 2. επιδιώκω κάτι 3. εξετάζω, ερευνώ 4. φροντίζω, ενδιαφέρομαι 5. φρ. α) «γυρεύω φυρί, φυρί» αναζητώ επίμονα β) «γυρεύω ψύλλους… …   Dictionary of Greek

  • γυρεύω — γῡρεύω , γυρεύω run round in a circle pres subj act 1st sg γῡρεύω , γυρεύω run round in a circle pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυρεύω — γύρεψα, γυρεμένος 1. ψάχνω, αναζητώ: Τον γύρεψε παντού αλλά δεν τον βρήκε. 2. ζητιανεύω: Γυρίζει στους δρόμους και γυρεύει. 3. επιδιώκω, επιζητώ: Γυρεύει μπλεξίματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γυρεύετε — γῡρεύετε , γυρεύω run round in a circle pres imperat act 2nd pl γῡρεύετε , γυρεύω run round in a circle pres ind act 2nd pl γῡρεύετε , γυρεύω run round in a circle imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυρεύσει — γῡρεύσει , γυρεύω run round in a circle aor subj act 3rd sg (epic) γῡρεύσει , γυρεύω run round in a circle fut ind mid 2nd sg γῡρεύσει , γυρεύω run round in a circle fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγυρεύω — MA μσν. γυρεύω ολόγυρα αρχ. κατασκευάζω τάφρο γύρω από κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + γυρεύω (< γῦρος)] …   Dictionary of Greek

  • γυρευόντων — γῡρευόντων , γυρεύω run round in a circle pres part act masc/neut gen pl γῡρευόντων , γυρεύω run round in a circle pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυρεύει — γῡρεύει , γυρεύω run round in a circle pres ind mp 2nd sg γῡρεύει , γυρεύω run round in a circle pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυρεύομεν — γῡρεύομεν , γυρεύω run round in a circle pres ind act 1st pl γῡρεύομεν , γυρεύω run round in a circle imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)